σκότος

τὸ σκότος, ους тьма, мрак

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σκότος" в других словарях:

  • σκότος — darkness neut nom/voc/acc sg σκότος darkness masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκότος — το тьма, мрак, см. γνόφος …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • σκότος — ους, το / σκότος, εος, ΝΜΑ, και συν. ποιητ. σκότος, ου, ὁ Α 1. απουσία φωτός σε έναν χώρο, η οποία καθιστά αφανή ή δυσδιάκριτα τα πρόσωπα ή τα αντικείμενα που βρίσκονται σε αυτόν, σκοτάδι, σκοτίδι (α. «ο ήλιος διέλυσε τα σκότη τής νύχτας» β. «καὶ …   Dictionary of Greek

  • σκότος — το 1. σκοτάδι: Αδιαπέραστο σκότος κάλυψε τα πάντα. 2. τύφλωση: Ζει στο αιώνιο σκότος. 3. μυστήριο, ασάφεια: Σκότος καλύπτει την υπόθεση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σκότος — ο, Ν βλ. Σκώτος …   Dictionary of Greek

  • σκότος — [скотос] ουσ. о. темнота, мрак. тьма …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ιωάννης Σκότος Εριγένης — Βλ. λ. Εριγκένα ή Εριούγκενα, Ιωάννης ο Σκότος …   Dictionary of Greek

  • Εριγένης, Ιωάννης ο Σκότος — (John ScotusErigenaEriugena, Ιρλανδία 810 – 877;). Φιλόσοφος και θεολόγος. Από το 847 έζησε στο Παρίσι, όπου διετέλεσε διευθυντής της Παλατιανής Σχολής του Παρισιού. Με εντολή του Φράγκου βασιλιά Καρόλου Β’ του Φαλακρού μετέφρασε από τα ελληνικά… …   Dictionary of Greek

  • σκότει — σκότος darkness neut nom/voc/acc dual (attic epic) σκότεϊ , σκότος darkness neut dat sg (epic ionic) σκότος darkness neut dat sg σκοτάω their sight is darkened pres imperat act 2nd sg (attic epic ionic) σκοτάω their sight is darkened imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκότη — σκότος darkness neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) σκότος darkness neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) σκοτάω their sight is darkened pres imperat act 2nd sg (doric) σκοτάω their sight is darkened pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκότους — σκότος darkness neut gen sg (attic epic doric) σκότος darkness masc acc pl σκοτόω darken imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.